Παράδοση και Νεωτερικότητα

June 26, 2018

Η εισήγηση της Δρ Αικατερίνης Πολυμέρου - Καμηλάκη, τ. Διευθύντριας του Κέντρου Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών στο πλαίσιο του "Αιγαίου Μέθεξις".

Η παράδοση είναι, ως γνωστόν, γραπτή, μνημειακή, ορατή στο οικισμένο περιβάλλον, και προφορική. Η γραπτή είναι ό, τι έχομε κληρονομήσει από τους προγόνους μας από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, και για τους Έλληνες ανάγεται σε μεγάλο βάθος χρόνου, που με τις έρευνες συνεχώς επεκτείνεται. Ιστορική και φιλολογική κληρονομιά σημαντική. Κανείς δεν θα μπορούσε, βεβαίως, να τη χαρακτηρίσει συντηρητική.
 

Μια παράδοση, που δεν έπαψε να περνάει διαχρονικά μέσα από την καθημερινή ζωή με τα έθιμα και τις εκδηλώσεις στον πολιτισμό του λαού, αποτελεί δηλ. τον πυρήνα του λαϊκού μας πολιτισμού. Ο πυρήνας αυτός εμβολιάζεται συνεχώς από νέα στοιχεία, που φέρνουν οι επαφές με άλλους πολιτισμούς, τα επιτεύγματα της τεχνολογίας, οι ιστορικές συγκυρίες. Εξ άλλου η γεωγραφική θέση της Ελλάδας καθορίζει εν πολλοίς και την πορεία του πολιτισμού στον χρόνο.
 

 

Διαμορφώνεται έτσι η παράδοση που διατηρεί βασικά χαρακτηριστικά, αλλά προσαρμόζεται στις νέες συνθήκες της κάθε εποχής. Η τεχνολογική ανάπτυξη, η επικοινωνία με άλλους πολιτισμούς αποτελούν μερικούς από τους λόγους της εγκατάλειψης αναπροσαρμογής, βελτίωσης παραδοσιακών τεχνικών παραγωγής αγαθών και αντικατάστασής τους από άλλες, αλλαγής συνηθειών και αντιλήψεων με πανάρχαια καταγωγή, όταν δεν συμβαδίζουν με την σύγχρονη κάθε φορά γνώση των πραγμάτων. Μια διαδικασία θεμιτή και υγιής. Η ελληνική λαϊκή παράδοση, ανθεκτική μέχρι πρόσφατα, παρουσιάζει τα τελευταία χρόνια ραγδαία υποχώρηση εξαιτίας της εισβολής των ευρωπαϊκών και κυρίως των αμερικανικών παγκοσμίων προτύπων ζωής και επικοινωνίας. Οι ραγδαίες αλλαγές συμπαρασύρουν, όπως οι καταιγίδες μαζί με τα ξεπερασμένα και τα υγιή στοιχεία του παραδοσιακού πολιτισμού.
 

Προσπάθειες να αξιολογηθεί η παραδοσιακή κληρονομιά, ως αρχιτεκτονική ή εθιμική (γιορτές, δρώμενα, λαϊκή διήγηση κ.λπ.) έχουν γίνει επανειλημμένα. Θυμίζω το έτος της παράδοσης (ήδη το 1979), το έτος Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς (1975) με συνέπεια πολλές σωστικές παρεμβάσεις προς τη σωστή κατεύθυνση αλλά και πολλές προς την αρνητική στο πλαίσιο κυρίως της οικονομικής αξιοποίησης.

Στο χώρο της Ευρώπης οι προσπάθειες για διάσωση στοιχείων από την αρχιτεκτονική, για παράδειγμα, κληρονομιά είχαν περισσότερα θετικά αποτελέσματα. Στον παγκόσμιο χώρο, οι προσπάθειες της UNESCO, έχουν συμβάλει στη διατήρηση σημαντικών πολιτισμών που θα είχαν ενδεχομένως εξαφανισθεί.  Όπου η δυστυχία περίσσευε και η δυσπραγία ήταν ο μεγάλος εχθρός των λαών δεν υπήρχε πολύς χώρος για την διατήρηση της πολιτισμικής κληρονομιάς και παράδοσης. 
 

Στον ελληνικό χώρο, επίσης, όπου η διατήρηση των υπό αξιοποίησιν κτιρίων και κυρίως της γης, ιδιαίτερα στα αστικά κέντρα και σε κεντρικούς χώρους τους ήταν επιτακτική, ιδιαίτερα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον εμφύλιο που ακολούθησε, έγιναν πολλές παραβιάσεις ακόμη και των στοιχειωδών κανόνων αισθητικής. Μόλις τα τελευταία χρόνια και μετά από επίμονους αγώνες των ειδικών έχει αρχίσει συνειδητή προσπάθεια από ευαισθητοποιημένους πολίτες, αλλά και καμιά φορά το Κράτος, να δοθεί προτεραιότητα στο παραδοσιακό δηλ. ιστορικό παρελθόν, που συνήθως συμβαδίζει – δεν είναι τυχαίο - με την αισθητική.

Το 1985 ο αείμνηστος Στάθης Δαμιανάκος στο αιρετικό τότε βιβλίο του «Παράδοση ανταρσίας και λαϊκός πολιτισμός» κάνει λόγο για την διαφαινόμενη ομογενοποίηση και την ανάγκη για συγκέντρωση και διάσωση βιοϊστορικών μαρτυριών που αναφέρονται  στους λαϊκούς πολιτισμούς των οποίων οι τελευταίοι φορείς χάνονται, ο ένας μετά τον άλλο, μπροστά στα μάτια μας. «Σήμερα, γράφει, εποχή γενικευμένης και άκριτης κατεδάφισης, όταν και οι ύστατες επιβιώσεις της πηγαίας συλλογικής δημιουργικότητας έχουν τεθεί υπό ανηλεή διωγμό ή τις έχει οικειοποιηθεί η εμπορική διαφήμιση, ένα τέτοιο έργο (προστασίας του λαϊκού πολιτισμού) δεν εξυπηρετεί μόνο ερευνητικές ανάγκες ή ανάγκες προσδιορισμού μιας δυσεύρετης, πολιτισμικής ταυτότητας. Η χρησιμότητά του, πέρα και έξω από κάθε διάθεση ρομαντισμού και επιστροφής στο παρελθόν, έγκειται κυρίως στην ανίχνευση προοπτικών και δυνατοτήτων για νέες μορφές συμβίωσης και πολιτισμού που η ανυποψίαστη καταναλωτική ιδεολογία των καιρών έχει αδρανοποιήσει». Σήμερα, που στην καταναλωτική ιδεολογία έχει προστεθεί η παγκοσμιοποίηση μέσω του διαδικτύου, τα λόγια αυτά αποκτούν μεγαλύτερη σημασία.
 

Ο λαϊκός πολιτισμός ως το σύνολο των δραστηριοτήτων και εκδηλώσεων ενός λαού, ως συλλογικού υποκειμένου, ως ομάδας ανθρώπων, που συνδέονται μεταξύ τους με κοινά χαρακτηριστικά, που αφορούν στην καθημερινή του ζωή, τις ασχολίες του, τον τρόπο ψυχαγωγίας του, την καλλιτεχνική δημιουργία του και την φιλοσοφία του ενσωματώνει την παράδοση, χωρίς και να ταυτίζεται με αυτήν. Το περιεχόμενό του μελετά η επιστήμη της Λαογραφίας, που ίδρυσε ο Νικόλαος Πολίτης, αλλά και της  Εθνογραφίας και με την εξέλιξη των πραγμάτων και της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας.
 

Παρά την παραδοχή ότι ο λαϊκός πολιτισμός αποτελεί ζωντανό οργανισμό, και μάλιστα πολλές φορές και με βαρύγδουπα λόγια, όπως «οι ρίζες μας», η παράδοσή μας, τα πατροπαράδοτα έθιμα κ.ο.κ., όταν αναφερόμαστε στο περιεχόμενό του χρειάζεται να κάνουμε μια σειρά από διευκρινίσεις και αποκαταστάσεις, όπως: Ποιά είναι η σχέση του με την παράδοση, λες και είναι άγνωστη, κι αν αυτό τον συνδέει συνειρμικά με τη συντήρηση, αν μπορεί κάποιος να πάει μπροστά βασισμένος στο παρελθόν και άλλα παρόμοια, που είμαι βεβαία ότι έχετε  ακούσει ή έχετε ενδεχομένως σκεφθεί.
 

Με δεδομένο ότι σήμερα, τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό υπάρχει, ή πρέπει να υπάρχει, μια διαφορετική αντίληψη για τη διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς-παράδοσης, μέρος της οποίας είναι ο λαϊκός πολιτισμός, μπορούμε να κάνουμε μια συζήτηση για την νεωτερική του διάσταση και τις δυνατότητες να επιβιώσει στο μέλλον.
 

Η εδραίωση της αντίληψης ότι η γνώση του λαϊκού πολιτισμού, αποτελεί για τον ίδιο τον φορέα του, το λαό, στοιχείο αυτογνωσίας και προσδιορίζει την πολιτισμική του ιδιαιτερότητα και την ταυτότητά του, ως μέρος της ενιαίας πολιτισμικής του κληρονομιάς, αποτελεί την βάση για κάθε περαιτέρω συζήτηση.
 

Αλλά ας τα πάρουμε με τη σειρά. Τί είναι στην πραγματικότητα η παράδοση; Ένα ερώτημα που έχει απασχολήσει γενιές νεοελλήνων από την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους και εξής. Άλλοτε με διάθεση ρομαντική προς την κατεύθυνση της παροιμιακής έκφρασης «κάθε πέρ’ σι και καλύτερα», άλλοτε τελείως αρνητικά, ως αιτίας συντήρησης και οπισθοδρόμησης, άλλοτε ως «πανάκεια» για όλα τα ρέχοντα προβλήματα.
 

Βεβαίως η Ελλάδα, μετά την απελευθέρωσή της στάθηκε μια χώρα μικρή και αδύναμη, με υπανάπτυκτη οικονομία, με ανεξέλικτες κοινωνικές δομές και με καθυστερημένη παιδεία, αναγκασμένη να υποχωρεί σε οικονομικές και πολιτικές πιέσεις, για να εξασφαλίσει την επιβίωσή της, και να δέχεται λογής πολιτισμικές επιρροές, για να εξασφαλίσει τον εκσυγχρονισμό της. Οι προσπάθειες να αξιοποιηθεί η πολιτιστική αυτή κληρονομιά «για να ξαναφέρουμε στην Ελλάδα ό, τι ελληνικό", προσέκρουσαν σε εξωγενείς και ενδογενείς «δυσχέρειες». Έτσι θα πει ο Σεφέρης: "Είπα πως ο έλληνισμός είναι δύσκολος. Και τούτο συμβαίνει, γιατί αν στην πνευματική περιοχή- δημιουργήθηκε, και, ποιός ξέρει, ίσως στις ώρες πού ζούμε να τελειώσει ο ευρωπαϊκός έλληνισμός, ο "ελληνικός ελληνισμός", δεν δημιουργήθηκε ακόμη, ούτε απόχτησε την παράδοσή του". Τα  λόγια του ποιητή εξακολουθούν να είναι επίκαιρα!
 

Η γενιά του ’30, σε μια εποχή που η Ελλάδα παραπαίει υπό την κατάρρευση των ιδανικών της και της παράδοσης (μικρασιατική καταστροφή, κρίση- ξαναβρισκόμαστε σήμερα στο ίδιο σημείο), αναζητεί επιμόνως στηρίγματα για μια ανόρθωση εθνική και οικονομική. Η παράδοση προσφέρει την ενίσχυση της διαχρονικότητας και της ανθεκτικότητας, αξιοποιώντας τα θεμέλια, τις ρίζες. Ο Σεφέρης επισημαίνει ότι «σβήνοντας ένα κομμάτι από το παρελθόν, σβήνει κανείς κι ένα αντίστοιχο κομμάτι από το μέλλον, και είναι θλιβερή η ζωή που μοιάζει σαν ακατοίκητο σπίτι» (Δοκιμές Α΄, 510). Είναι γνωστό το ενδιαφέρον του Σεφέρη προς το λαϊκό πολιτισμό, τα έθιμα, τις δοξασίες, τα λαϊκά πρόσωπα (από τον Μακρυγιάννη στον Θεόφιλο, περνώντας από τους γέρους της Σκάλας), την τέχνη, τις φυλλάδες κ.λπ., στοιχείο που ανταποκρίνεται στη γενική τάση της «γενιάς του τριάντα» προς την ανακάλυψη της γνήσιας ελληνικότητας. Στον Σεφέρη, βεβαίως, η λαϊκή παράδοση δεν είναι απλά μια πηγή θεματικής έμπνευσης, αλλά σημείο αναφοράς για μια βαθύτερη στοχαστική πορεία, ενός οράματος «για τη δημιουργία ενός ελληνισμού που θα περιλαμβάνει όλα τα διαχρονικά, αυθεντικά, παραδοσιακά ελληνικά στοιχεία». Πάνω του θα ακουμπήσουν όλοι οι κατοπινοί μεγάλοι δημιουργοί (Τσαρούχης, Χατζηδάκης, Θεοδωράκης, Ελύτης, Γκίκας, Μόραλης κ.ά.).
 

Την ίδια περίοδο η Αγγελική Χατζημιχάλη, συνεγείροντας μια σειρά δραστήριων γυναικών, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την διδασκαλία και αναπαραγωγή της ολοένα παραμελημένης λαϊκής τέχνης με σκοπό την διάσωσή της και την ένταξη της στη σύγχρονη αισθητική και τη βιοτεχνική παραγωγή αλλά και πρακτικά την βοήθεια των νεαρών γυναικών, προσφύγων και κοριτσιών κυρίως από την επαρχία. Καρπός της σκληρής εργασίας της υπήρξε αφ’ ενός το αξιόλογο, από κάθε άποψη, συγγραφικό της έργο, με το οποίο είναι κυρίως γνωστή, και αφ’ ετέρου η δημιουργία ενός σχολείου, μέσα από το οποίο οι παραδοσιακές τέχνες θα ξαναμπούν στην καθημερινή πρακτική και θα βοηθήσουν την ελληνική οικογένεια και οικονομία. Με επιμονή και μεθοδικότητα η Αγγελική Χατζημιχάλη επιχείρησε και κατόρθωσε να ξαναδώσει πνοή, λάμψη, ζωή και έκφραση στην παραδοσιακή τέχνη ως οικοσκευή, ενδυμασία, κομψοτέχνημα και ζωντανή ιδέα στην καθημερινή ζωή της κοινωνίας των αστών και να την κάνει μόδα, άρα νεωτερική.  Η δημοσίευση από την δεκαετία του ’20 διακοσμητικών θεμάτων της λαϊκής τέχνης ως προτύπων για την ελληνική βιοτεχνία αποτελεί δική της έμπνευση και πρωτοτυπία. Επιστέγασμα των προσπαθειών της για την διάσωση, διάδοση και προβολή της λαϊκής τέχνης, αλλά και η βοήθεια προς την ελληνική επαρχία και την εθνική οικονομία ευρύτερα, υπήρξε η ίδρυση και λειτουργία της Οικοκυρικής Βιοτεχνικής Επαγγ. Σχολής το «ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΠΙΤΙ» το 1938 και του ΕΟΜΜΕΧ (1951).

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η γενιά του ’30 κατόρθωσε να δώσει μια υγιή, σύγχρονη, νεωτερική διάσταση στο θέμα του λαϊκού πολιτισμού, που κράτησε όρθια την ελληνική κοινωνία και οικονομία τα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν.

Η μεταπολεμική Ελλάδα και ως ισότιμο μέλος σε μια κοινότητα αναπτυγμένων χωρών, παρά τα σημαντικά βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση που σημείωσε, εξακολουθεί, όπως βλέπουμε, να βρίσκεται στην περιφέρεια του κόσμου, υποχρεωμένη να δέχεται απ’ έξω τα στοιχεία του σύγχρονου τεχνικού και πνευματικού πολιτισμού. Και τα στοιχεία αυτά εισβάλλουν πια με τη σύγχρονη τεχνολογία, σε ποσότητες και με ρυθμούς πού καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη την αφομοίωσή τους, την κριτική αντιμετώπισή τους, την προσαρμογή τους στις ιδιαίτερες συνθήκες του τόπου. Από την άλλη μεριά οι φυσικοί δεσμοί των Ελλήνων με την παράδοσή τους έχουν γίνει αρκετά χαλαροί, ίσως περισσότερο από όσο το επέβαλαν κάποιες «αναπόδραστες ανάγκες». Τα παραδείγματα αφορούν τόσο την αρχιτεκτονική και την ενδυμασία, τα εξωτερικά γνωρίσματα ενός πολιτισμού, όσο και τα έθιμα και τις διατροφικές συνήθειες, που αποτελούν κομμάτι της οικογενειακής και κοινωνικής συμπεριφοράς.
 

Ο Στάθης Δαμιανάκος, τον οποίο προανέφερα, θα προσθέσει, το 1985,: «όταν χαθεί και ο τελευταίος λαϊκός ζωγράφος, τεχνίτης ή μάστορας, όταν σβήσει η φωνή και του τελευταίου καραγκιοζοπαίχτη, παραμυθά ή λυράρη, όταν αχρηστευθεί και η τελευταία μοιρολογίστρα ή υφάντρα του χωριού... τότε θα συνειδητοποιήσουμε άοπλοι πια ότι η ελευθερία, που είχαμε ελπίσει σπάζοντας τα δεσμά της παλιάς συμβιωτικής κοινωνίας, δεν έκρυβε παρά ένα νέο ραγιαδισμό και μια άλλη πιο βαθειά αλλοτρίωση: την εξουθένωση της πηγαίας δημιουργικότητας, την ισοπέδωση κάθε πολιτισμικής ποικιλίας, τον εξανδραποδισμό κάθε αυθόρμητης  συλλογικής πρωτοβουλίας ... Όταν η αιωνόβια σοφία εκτοπίσει οριστικά η αυθάδης ημιμάθεια του πολίτη του κόσμου, τότε θα γίνει κατανοητό πως αν πολεμήσαμε τόσον καιρό για να απαλλαγούμε από τις παλιές προλήψεις, δεν ήταν παρά για να τις αντικαταστήσουμε με  άλλες, πιο «λειτουργικές», σ’ ένα σύστημα που μας υπόσχεται την πολιτιστική έρημο…». Και έγιναν όλα όσα αναφέρει ως κακό σενάριο. Άρα, ο επαναπροσδιορισμός, η επανεκτίμηση της σημασίας του πολιτισμικού κεφαλαίου της χώρας μας είναι, ιδιαίτερα στη σημερινή συγκυρία, απαραίτητος για την προγραμματισμένη και ουσιαστική αξιοποίησή του για την τοπική και εθνική οικονομία.
 

Κι αυτό πρέπει να γίνει μεθοδικά σε κεντρικό και περιφερειακό επίπεδο. Το κράτος και η τοπική αυτοδιοίκηση υποχρεούνται με κανόνες σύγχρονης πολιτιστικής πολιτικής σε συνεργασία με τους τοπικούς πολιτιστικούς φορείς και συλλόγους, αξιοποιώντας τις διεθνείς Συμβάσεις και τα Πρωτόκολλα (Άυλη Κληρονομιά της UNESCO, Κοινή Αγροτική Πολιτική, ΠΟΠ/ΠΓΕ, Οικοτεχνία κ.ά.), αλλά και επιτυχημένα διεθνή παραδείγματα, να διαμορφώσουν τα νέα πλαίσια πολιτιστικής πολιτικής, προκειμένου να αποτρέψουν κατ’ αρχάς την καταστροφή του σημαντικού αυτού κεφαλαίου και τελικά να συμβάλουν στην επωφελή αξιοποίησή του.
 

Μέρος σημαντικό του πολιτισμικού αυτού κεφαλαίου ο αγροτικός κυρίως, αλλά και ο αστικός, με μακρά διάρκεια στο χρόνο, ενσωματώνουν την υλική και άυλη κληρονομιά, η αξιοποίηση της οποίας, ως εναλλακτική μορφή κοινωνικής συγκρότησης και οικονομικής ανάπτυξης, μπορεί να συμβάλει δυναμικά στον μετασχηματισμό των τοπικών κοινωνιών. Και αυτό στο πλαίσιο των δυνατοτήτων που παρέχει και η εφαρμογή της Διεθνούς, Ευρωπαϊκής, Εθνικής και Περιφερειακής νομοθεσίας, αλλά και η σύγχρονη τεχνολογία για την οικονομική ανάπτυξη στην περιφέρεια. Ειδικότερα πρόκειται για τις Διακηρύξεις, τις Συνθήκες και τις Συστάσεις της UNESCO για την προστασία της Παγκόσμιας Πολιτιστικής και Φυσικής Κληρονομιάς και τις αναπτυξιακές δράσεις που βασίζονται σε αυτές, καθώς και τους Κανονισμούς, τις Συνθήκες, τα Ψηφίσματα και τα Προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Ένταξη πολιτιστικών πτυχών στις ευρωπαϊκές πολιτικές και την πολιτιστική και αγροτική παραγωγή.
 

Είναι κοινός τόπος ότι στην ιστορία του πολιτισμού μέχρι τον 20ό αιώνα οι μεγάλες τομές, κοινωνικές και τεχνολογικές, υπήρξαν πολλές και σημαντικές, αλλά τα αποτελέσματά τους ενσωματώθηκαν αργά στους πολιτισμούς των λαών, ανάλογα με τις δυνατότητες, που διέθεταν οι παραδοσιακές κοινωνίες να αφομοιώσουν και να ενσωματώσουν νέα στοιχεία σε επίπεδο δομών και θεσμών και τεχνολογίας. Κατά το παρελθόν η αργή αλλά σταθερή διαδικασία ένταξης εξωτερικών επιρροών στον παραδοσιακό πολιτισμό, που πάντοτε υπήρχαν στον ελλαδικό χώρο, σταυροδρόμι πολιτισμών, εξασφάλιζε, την μακρά συνέχεια σε μικρότερες χωρικές ενότητες. Οι καινοτομίες και οι επιρροές αφομοιώνονταν σε μια βαθιά ριζωμένη και καταξιωμένη σε ιστορικογεωγραφικά πλαίσια πολιτισμική ενότητα, και οι εκδηλώσεις της ζωής αποκτούσαν και διατηρούσαν για καιρό ευδιάκριτη πολιτισμική ταυτότητα.
 

Οι εκρηκτικές ωστόσο αλλαγές, που έφερε η τεχνολογία κυρίως στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, ιδιαίτερα στον τομέα της επικοινωνίας και μετάδοσης της γνώσης, βρήκαν τους μηχανισμούς των παραδοσιακών κοινωνιών ανέτοιμους και αδύναμους να υποδεχθούν και να αφομοιώσουν τις νέες γνώσεις και τις συνέπειές τους στην καθημερινότητα των πληθυσμών. Βεβαίως σ’ αυτά πρέπει να προστεθούν και καθαρά «ελληνικές» αιτίες και ιδεολογικές στρεβλώσεις, οι οποίες σε μεγάλες περιόδους της πρόσφατης ιστορίας μας οδήγησαν στην εσφαλμένη σύνδεση του παραδοσιακού πολιτισμού με την συντήρηση. Σε επίπεδο θεωρητικής προσέγγισης υποθέτω πως, σήμερα τουλάχιστον, ο λαϊκός πολιτισμός αντιμετωπίζεται ως ισότιμο τμήμα της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Η πράξη, ωστόσο, απέχει από την θεωρία, πράγμα που αντικατοπτρίζεται εμφανώς στην απουσία ουσιαστικής κρατικής φροντίδας για το αντικείμενο και τις αντιλήψεις των νεοελλήνων για την αισθητική, την πολιτιστική αξία και τις δυνατότητες αξιοποίησης του λαϊκού πολιτισμού.
 

 Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα ονομαζόμενα λαογραφικά μουσεία–συλλογές, η δημιουργία και η λειτουργία των οποίων αποτελεί συνήθως προϊόν νοσταλγίας για το βιωμένο παρελθόν και συναισθηματισμού και σπανιότερα μελέτης και έρευνας. Έτσι, με λίγες λαμπρές εξαιρέσεις, όπως το Μουσείο Μπενάκη, το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα και ορισμένα ακόμη, οι ποικίλες λαογραφικές συλλογές δεν προβάλλουν θετικά τον λαϊκό πολιτισμό. Ευτυχώς ο λαϊκός πολιτισμός δεν είναι τα μουσεία ή σωστότερα δεν είναι μόνο τα μουσεία.

Το πρόβλημά μας, λοιπόν, φαίνεται, πως δεν είναι ο συχνά αναφερόμενος ως κίνδυνος, δηλαδή η αλλοίωση ή απώλεια της σχηματισμένης στο παρελθόν εθνικής ταυτότητας, όσο η αδυναμία μας να αποκτήσουμε μια σύγχρονη ταυτότητα, ξεφεύγοντας από τον φαύλο κύκλο, όπου αναπαράγεται η πολιτισμική μας αλλοτρίωση. Ίσως μάλιστα ο απροσδιόριστος φόβος αυτού το προβλήματος είναι που μας οδηγεί να αναζητούμε συνεχώς στηρίγματα στο αδιαμφισβήτητα λαμπρό παρελθόν και κυρίως στην αρχαιότητα. Αυτή η αντίληψη φαίνεται ότι διατρέχει και την φιλοσοφία και κατά συνέπεια τον εθνικό μας προγραμματισμό από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους μέχρι σήμερα. Γι’ αυτό και η πολιτική της προστασίας της πολιτιστικής μας κληρονομιάς ξεκινάει πάντοτε από την αρχαιότητα, όπου εξαντλείται το μεγαλύτερο ποσοστό της κρατικής μέριμνας και φροντίδας. Τις τελευταίες δεκαετίες ανακαλύψαμε το Βυζάντιο, που προσελκύει μεγάλο τμήμα του υπολοίπου ενδιαφέροντός μας, για να μείνει ελάχιστο για τον σύγχρονο πολιτισμό, κορμός του οποίου είναι ο παραδοσιακός λαϊκός πολιτισμός. Αυτή η άνιση, ούτως ή άλλως αντιμετώπιση έχει ως συνέπεια την σε όλα τα επίπεδα υποβάθμιση της ανάγκης προστασίας αυτού του τμήματος του πολιτισμού.
 

Το ερώτημα αν η παράδοση, όπως αυτή έχει καταγραφεί και αποτυπωθεί στα μουσεία, με ένα ή πολλά ερωτηματικά, όπως ζει ακόμη στην κατακερματισμένη συλλογική μνήμη του λαού, και όπως διαιωνίζεται μέσα από τις γενιές, μπορεί να δώσει λύσεις σε διλήμματα και να οδηγήσει σε επωφελείς αποφάσεις, δεν έχει απαντηθεί επαρκώς. Απαραίτητη θεωρώ τη μελέτη και αξιολόγηση των στοιχείων εκείνων του λαϊκού πολιτισμού, που μπορούν να συμβάλουν στη δημιουργία σύγχρονων προτύπων και δομών. Αυτό μπορεί να συμβεί, για παράδειγμα, στην αρχιτεκτονική, με την προστασία μεμονωμένων κτηρίων και οικιστικών συνόλων, δρόμων, χώρων εργασίας (αλώνια, φούρνοι, βρύσες κλπ.), εργαστηρίων και έχει γίνει εν μέρει, στην παραδοσιακή διατροφή και τις καλλιέργειες, στη χειροτεχνία, της οποίας τα ισχνά προϊόντα δεν αρκούν για την κάλυψη ούτε καν μέρους της ζήτησης και τα πωλούμενα στα μουσεία μας και αλλού κατά-σκευάζονται εκτός Ελλάδος.
 

Αν πάρουμε ως παράδειγμα την Άνδρο, όπου η παράδοση, η πολιτιστική κληρονομιά του παρελθόντος, και σ’ αυτά περιλαμβάνονται το φυσικό περιβάλλον, και η αγροτική παραγωγή αποτελούν τον πραγματικό και διαρκή πλούτο της, και σ’ αυτόν πρέπει να στηρίζεται η σύγχρονη τοπική οικονομία. Ο οικισμένος χώρος (κατοικίες, δρόμοι, σκαλοπάτια, η ξερολιθιά, ως τέχνη χρηστική (κτίσματα, όρια, φράχτες, αναβαθμοί) αλλά και ως αισθητική του τοπίου, αποτελεί μια οικονομική, κοινωνική και συμβολική πραγματικότητα με διαχρονική, διατηρήσιμη αξία. Η γεωργία και η κτηνοτροφία με προϊόντα ιδιαίτερης ποιότητας (τυριά, μέλι, φρούτα), οι εκδηλώσεις στον κύκλο του χρόνου (πανηγύρια, γιορτές, τραγούδια, παραδόσεις) κ.ά. αποτελούν κεφάλαιο διαχρονικό, ανα-ξιοποίητο ακόμη στην σημερινή πραγματικότητα. Η παράδοση, άυλη και υλική, δεν είναι εδώ ένα νεκρό μουσειακό αντικείμενο, αλλά μοχλός ανάπτυξης για το μέλλον.
 

Η πολιτιστική κληρονομιά που συγκροτείται από τα υλικά μνημεία ή αντικείμενα και από τις άυλες εκφάνσεις του πολιτισμού, αποτελεί, σύμφωνα με τις ισχύουσες αντιλήψεις πολύτιμο θησαυρό της ανθρωπότητας. Ο όρος διεθνώς αναφέρεται σε ζωντανές εκφράσεις της πολιτισμικής διαδρομής κάθε κοινότητας – ομάδας ανθρώπων, στο παρόν και κυρίως στο μέλλον. Το γεγονός αυτό αποτυπώνεται στην «Σύμβαση για την Προστασία της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας» η οποία θεσμοθετήθηκε από την UNESCO το 2003 και για την οποία θα μιλήσουμε αναλυτικά παρακάτω.
 

Ο πολιτισμός, λοιπόν, και δεν χρειαζόταν να μας το πουν οι διεθνείς συμβάσεις, αποτελεί, πέραν των άλλων, μέσον για την ανάπτυξη δικτύων επικοινωνίας, που συνδέονται άμεσα με την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και την αξιοποίηση των δυνατοτήτων, που παρέχουν οι σύγχρονες τεχνολογικές εξελίξεις, και τη σύνδεσή τους με τους τομείς της δια βίου μάθησης και της πολιτιστικής διαχείρισης/διοίκησης, συνδέεται δηλαδή άμεσα, σύμφωνα και με τη σύγχρονη θεώρηση, με τις εθνικές πολιτικές στρατηγικές για την ισορροπημένη ανάπτυξη. Που είναι η οπισθοδρόμηση και ο συντηρητισμός;
 

Το γεγονός ότι η Ελλάδα διαθέτει σημαντική πολιτιστική κληρονομιά στον Δυτικό κόσμο, η οποία ξεκινά από προϊστορικά χρόνια και διανύει μια εξαιρετική πορεία μέχρι, τουλάχιστον, τους Βυζαντινούς χρόνους και στη συνέχεια μέχρι σήμερα, με άξονα τη γλώσσα και τον πολιτισμό, φαίνεται ότι το ανακαλύπτουμε μόνον σε περιόδους κρίσεων και μάλλον για ψυχολογική μας υποστήριξη, παρά επειδή πιστεύουμε ότι μπορεί να αξιοποιηθεί για την εθνική μας οικονομία. Έτσι, ενώ όλοι οι λαοί του κόσμου εκτιμούν και θαυμάζουν την πολιτιστική μας κληρονομιά, εμείς ελάχιστα την προβάλλουμε και την αξιοποιούμε.
 

Η παρούσα ιστορική συγκυρία, που όπως φαίνεται αποτελεί μια από τις πιο κρίσιμες καμπές στην ιστορία της ανθρωπότητας, υπαγορεύει την επάνοδο στους πολιτισμούς του χώρου, τους πολιτισμούς των κοινωνιών της «εντοπιότητας» και των αξιών τους, μια συζήτηση που εκφεύγει από το πλαίσιο αυτής της συζήτησης. Η τοπικότητα (locality) με τη μορφή των παραδοσιακών τοπικών προϊόντων (ΠΟΠ, ΠΓΕ, Οικοτεχνία κ.ο.κ.) είτε της άυλης πολιτισμικής κληρονομιάς φαίνεται ότι αποτελεί τη μετανεωτερική απάντηση στην παγκοσμιοποίηση. Η έννοια της τοπικότητας επανεισάγει την θετική αξιολόγηση της παράδοσης, η αυθεντική έκφραση της οποίας ενσωματώνει το φυσικό περιβάλλον, τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες, τους ιστορικούς κοινωνικούς δεσμούς και τις συλλογικές συμπεριφορές των παραδοσιακά δομημένων κοινωνιών, θεωρείται εξ ορισμού, σύμφωνα με τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς, βασική παράμετρος στη διαμόρφωση του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου των Προϊόντων Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ) καθώς και των Προϊόντων Γεωγραφικής Ένδειξης (ΠΓΕ) στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
 

Το σκεπτικό της «ονομασίας γεωγραφικής προέλευσης» αναφέρεται σε ένα πνευματικό κατά βάση δικαίωμα, που αναγνωρίζεται από την νομοθεσία ορισμένων χωρών και διεθνών οργανισμών. Αυτό ταυτίζει και προστατεύει προϊόντα, που παράγονται σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή με συγκεκριμένο-παραδοσιακά κατοχυρωμένο τρόπο, και των οποίων τα χαρακτηριστικά και η φήμη έχει συνδεθεί με την τοπική του προέλευση. Ο φάκελος που προωθεί την κατοχύρωσή τους περιλαμβάνει στοιχεία λαογραφικά για την ιστορική διάρκειά τους στον χρόνο στη συγκεκριμένη περιοχή, την κατανάλωσή τους στο πλαίσιο του εθιμικού κύκλου του χρόνου, την ενσωματωμένη παραδοσιακή τεχνογνωσία (διαδικασία καλλιέργειας, μεταποίησης, συντήρησης κ.ο.κ.).
 

Στην πραγματικότητα προϊόντα που έχουν αναγνωρισθεί για τη μοναδικότητά τους έχουν τη σφραγίδα της αυθεντικότητας, που βοηθάει τους καταναλωτές να τα ταυτίσουν με την γεωγραφική τους ένδειξη. Αυτό με τη σειρά του βοηθάει τα προϊόντα να τοποθετηθούν σε μια πλεονεκτική θέση στις αγορές σε σχέση με άλλα φθηνότερα και λιγότερο «ταυτισμένα με πολιτισμικά στοιχεία» προϊόντα, που δεν διαθέτουν ετικέτα. Πρόκειται για βασική έννοια που ανιχνεύεται στις παραδοσιακές ελληνικές κοινωνίες, οι οποίες στηρίζονταν στην παραγωγή προϊόντων περιορισμένης εμπορικής εμβέλειας άρα και αναγνωρίσιμων αυτομάτως, και στην ανταλλαγή τους με άλλα μέσω των εμπορικών αγορών (παζάρια εβδομαδιαία ή ετήσια) ή των μονίμων αγορών των αστικών κέντρων. Εκεί διαμορφώνονταν τα κύρια χαρακτηριστικά ονομαστών προϊόντων, ορισμένα από τα οποία γίνονταν περιζήτητα έναντι άλλων λιγότερο ονομαστών: π.χ. τσακώνικη μελιτζάνα, πιπεριά Φλώρινας, φιρίκια Πηλίου, λάδι και ελιές Καλαμάτας, γραβιέρα Κρήτης κ.ο.κ. για τον ελληνικό χώρο, κάτι που ισχύει μέχρι σήμερα.
 

Μια τέτοια οπτική για τη δυναμικότητα της παράδοσης σε τοπικό επίπεδο, συμβάλλει στον συγκερασμό της θεωρίας με την πράξη, ώστε να υπάρξουν εφαρμόσιμα αποτελέσματα (επιλογή κατάλληλων διατροφικών προϊόντων για κατοχύρωση). Παράλληλα συμβάλλει στη διαμόρφωση καταναλωτών με συνείδηση, αναδεικνύοντας διατροφικές παραγωγές και πολιτισμικές καταβολές, αλλά και παραδοσιακά καταξιωμένα ποιοτικά προϊόντα στην αγορά. Ωστόσο εδώ πρέπει να γίνει μια ουσιαστική και ειλικρινής συζήτηση σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο για την πραγματική αξιοποίηση των χαρακτηρισμένων ως ΠΟΠ/ΠΓΕ προϊόντων και την ορθολογική χωροθέτησή τους, προκειμένου να εξυπηρετήσουν τον αναπτυξιακό στόχο για τον οποίο δημιουργήθηκαν. Η κατοχύρωση προϊόντων χωρίς αντίστοιχη παραγωγή δεν νοηματοδοτεί τον χαρακτηρισμό τους. Προϊόντα άξια προσοχής και ελκυστικά μπορούν και χωρίς την ετικέτα των ΠΟΠ, να ξαναδώσουν αναπνοή στην ασθμαίνουσα τοπική οικονομία, η οποία για πολλές δεκαετίες επαναπαύτηκε στον τουρισμό.
 

Η έμφαση στη μικρή γεωργική εκμετάλλευση και μεταποίηση τροφίμων, στην ανάπτυξη τοπικών αγορών και δικτύων διανομής τοπικών προϊόντων και κυρίως την προβολή της ταυτότητας αγροτικών περιοχών, προσιδιάζει στη φυσιογνωμία των μικροαγροτικών δομών, η οποία ίσχυε πάντοτε στον ελληνικό χώρο, με την μικρής κλίμακας παραγωγή. Χάρη σε αυτή διασώθηκε μεγάλο μέρος από το αγροδιατροφικό κεφάλαιο, το οποίο μπορούμε ακόμη να διαχειριζόμαστε, και τροφοδότησε τον ανεξάντλητο, παρά τη μικρή και φτωχή μας γεωγραφική έκταση, κατάλογο των τοπικών παραδοσιακών προϊόντων και τροφίμων (ΠΟΠ, ΠΓΕ) και διατήρησε τους δυνατούς πολιτισμικούς και οικογενειακούς δεσμούς των αστών με τον αγροτικό χώρο. Εξ άλλου οι έννοιες συμπόσιο, φιλοξενία, πανηγύρι, γιορτή, άμεσα συνδεδεμένες με γεύσεις και τρόφιμα, εξακολουθούν να κρατούν ακόμη καλά στις τοπικές κοινωνίες του ελληνικού χώρου.
 

Στην Ελλάδα η σοβούσα οικονομική και κοινωνική κρίση άφησε να φανούν οι εσφαλμένες κατά το παρελθόν επιλογές αγροτικής στρατηγικής για την ανάπτυξη της γεωργίας και κτηνοτροφίας, και η αδυναμία για διαρθρωτικές αλλαγές, οι οποίες θα περιόριζαν τις επιπτώσεις της παγκόσμιας κρίσης στον αγροτικό πληθυσμό, όπως συνέβη σε παρόμοιες κρίσεις κατά το παρελθόν. Μπροστά στην πολυεπίπεδη κρίση, η επανατοπικοποίηση των αγροδιατροφικών συστημάτων μπορεί να δώσει διέξοδο στην κλιματική αλλαγή, τη διαχείριση των απειλούμενων υδάτινων πόρων και της βιοποικιλότητας, να εξασφαλίσει το εισόδημα των παραγωγών. Όλα αυτά που αποτελούν τον πολιτισμικό πλούτο σε τοπικό και εθνικό επίπεδο, σε συνδυασμό με τα στοιχεία της άυλης πολιτισμικής κληρονομιάς μπορούν να αποτελέσουν σημαντικό μοχλό για την τοπική ανάπτυξη.

 Όσον αφορά στην άυλη πολιτισμική κληρονομιά, τον έτερο αναπτυξιακό πόλο, η ολοένα και πιο ενεργός συμμετοχή κρατών στην προστασία της τείνει να μετατρέψει τη καταγραφή και τεκμηρίωση του λαϊκού και παραδοσιακού πολιτισμού από ακαδημαϊκή δραστηριότητα σε διεθνές θεσμικό πλαίσιο πολιτιστικής διαχείρισης και πολιτικής. Έτσι γίνεται, επιτέλους, ο λαϊκός πολιτισμός αντικείμενο διαφύλαξης, προβολής, μελέτης, εκπαίδευσης και βιώσιμης ανάπτυξης.

Η διαγενεακή μεταβίβαση είναι το κύριο γνώρισμα του λαϊκού πολιτισμού και οι κληρονόμοι, εφ’ όσον την αποδέχονται, είναι υπόλογοι απέναντι στους προγόνους (πατρογονική κληρονομιά) αλλά και απέναντι στους επιγόνους. Είναι αυτό που ο ποιητής, με δραματικό τόνο ονομάζει κρίση/δίκη, για όποιον δεν προστατεύσει ό, τι κληρονόμησε από τους προγόνους:

 

Γνώμες, καρδιές, όσοι Έλληνες,

Ό, τι είστε, μην ξεχνάτε:

Δεν είστε από τα χέρια σας

Μονάχα, όχι! Χρωστάτε

Και σε όσους ήρθαν, πέρασαν,

Θα ρθούνε, θα περάσουν,

Κριτές θα μας δικάσουν

Οι αγέννητοι, οι νεκροί.

 

(Κ. Παλαμάς, Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου, Πρόλογος, 1907)

 

Η αντιπαράθεση του παγκόσμιου προς το τοπικό στους τομείς της αγροτικής, για παράδειγμα, παραγωγής, επέφερε, κατά γενική ομολογία, την αποδιοργάνωση της αγροτοποιμενικής ζωής και τη δημιουργία υδροκέφαλων αστικών κέντρων και μονοκαλλιεργειών. Όπως προαναφέραμε, τα αποτελέσματα αυτού του γεγονότος έχουν οδηγήσει στη συνειδητοποίηση ότι το τοπικό πρέπει ξανά να αντιπαρατεθεί στο παγκόσμιο. Αυτό που για τον 20ό κυρίως αιώνα ήταν το σύνθημα ζωής και οδήγησε στην αποδιοργάνωση της αγροτοποιμενικής ζωής αποτελεί στον 21ο αιώνα παράδειγμα προς αποφυγή. Η ενδυνάμωση εκ νέου των δεσμών ανάμεσα στους αγρότες και τον τόπο τους και η συνακόλουθη στροφή προς την παραγωγή γεωργικών προϊόντων και τροφίμων αποτελεί σημαντικό βήμα για μια αγροτική άνοιξη, η οποία θα ενσωματώνει όχι μόνον τις φυσικές πηγές αλλά και τους πολιτισμικούς πόρους για όλη την κοινωνία, αγροτική και αστική. Έτσι στην αρχή του 21ου αιώνα γίνεται λόγος για επιστροφή στην τοπικότητα, την χρήση ήπιων μορφών ενέργειας, για αγροτική κληρονομιά. Παραδοσιακές πρακτικές, σήμερα προβάλλονται ως νεωτερικές εκπαιδευτικές μέθοδοι, όπως ο σχολικός κήπος, ανακύκλωση κ.ά.
 

Σε Οδηγό του Συμβουλίου της Ευρώπης (2003), και αφού έχουν γίνει εμφανή τα αποτελέσματα της παγκόσμιας κρίσης από την στροφή των τελευταίων δεκαετιών του 20ού αιώνα στην θεοποίηση της παγκοσμιοποίησης σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας (παραγωγή, ενδυμασία, τέχνη κ.ά.), γίνεται πλέον λόγος, με μια δόση νοσταλγικής επιστροφής, στην ευρισκόμενη «εν αποδρομή» αγροτική κληρονομιά. Η νέα ορολογία περιγράφει τον παραδοσιακό αγροτικό/λαϊκό πολιτισμό, τοποθετεί δηλαδή «τον παλαιόν οίνον εις νέον ασκόν».
 

Η αλλαγή των κοινωνικών και οικονομικών δομών, των επικοινωνιών και της τεχνολογίας έχουν, βεβαίως, διευρύνει την έννοια του αγροτικού χώρου της υπαίθρου, πέραν των δραστηριοτήτων αναψυχής και δεύτερης κατοικίας, στην αναζήτηση ενός διαφορετικού τρόπου ζωής από αυτόν των αστικών κέντρων. Η αγροτική απασχόληση (γεωργία-κτηνοτροφία και συναφείς ασχολίες) γίνεται ολοένα πιο πολυδιάστατη με υπηρεσίες προς την κοινότητα σε συλλογικό (προστασία του περιβάλλοντος) και ατομικό επίπεδο (φιλοξενία, πώληση προϊόντων), με ιδιαίτερη έμφαση στον τομέα του τουρισμού. Η διαφοροποίηση αυτή καταργεί τα παραδοσιακά στεγανά των αποκλειστικών δραστη-ριοτήτων (γεωργός, κτηνοτρόφος, μελισσοκόμος, κυνηγός, ψαράς κ.ά.) πράγμα που απαιτεί μια διαφορετική προσέγγιση, ιδιαίτερα σε χώρες, όπως η Ελλάδα, όπου η παραδοσιακή αγροτική ζωή εξακολουθεί χωρίς διακοπή να αποτελεί μια πραγματικότητα.
 

Με τη νέα πραγματικότητα η σύγχρονη στάση απέναντι στην παραδοσιακή κληρονομιά έχει διαφοροποιηθεί. Αντικείμενα, τα οποία στο παρελθόν αξιολογούνταν μόνον ως εργαλεία, τώρα εκτιμώνται για την ιστορική, αισθητική, ακόμη και συμβολική αξία τους. Ενδεχομένως και μια πολιτιστική, κοινωνική ή οικονομική αξία, πέρα από τη λειτουργικότητα, που αιτιολογεί την ύπαρξή τους. Η ανάγκη επιπλέον για κάποια επιλογή οδηγεί στην ενσωμάτωση μεγάλου μέρους των στοιχείων της πολιτιστικής κληρονομιάς σε αναπτυξιακές δράσεις, όπως ο τουρισμός, η εκπαίδευση, οι συλλογικές δραστηριό-τητες, η προσέλκυση αστών στον αγροτικό χώρο για μόνιμη διαβίωση, που ευνοούνται από την ανάπτυξη της τεχνολογίας και την εύκολη επικοινωνία.
 

Ιδιαίτερα σε χώρες όπου η «παραδοσιακή» αγροτική ζωή εξακολουθεί να αποτελεί πραγματικότητα, η διαχείρισή της απαιτεί μια στρατηγική προσέγγιση, προκειμένου η αξιοποίηση του πολιτιστικού αποθέματος να οδηγήσει τις νέες γενιές σε μια αρμονική συμβίωση με το παρελθόν, μέσω μιας ανάπτυξης, που θα συνδυάζει την οικονομία με την ποιότητα ζωής, αυτό που έχει κατά καιρούς χαρακτηριστεί ως βιώσιμη ή αειφόρος, η ακόμη αξιοβίωτη ανάπτυξη.

Ο μύθος του Θεσσαλού υλοτόμου Ερυσίχθονα, ο οποίος καταστρατηγώντας τον ηθικό νόμο προστασίας του δάσους, υλοτομεί στο ιερό δένδρο της θεάς Δήμητρας,  και τιμωρείται με αιώνια πείνα, η οποία τον οδηγεί στον θάνατο, έχει γίνει πηγή έμπνευσης από αρχαίους και Ευρωπαίους πολύ πριν από τις προσπάθειες των διεθνών οργανισμών να προστατεύσουν το περιβάλλον. Η κατασπατάληση των φυσικών πόρων από τον άνθρωπο είναι πολύ παλιά, αφού ο άνθρωπος, σύμφωνα με τις επικρατέστερες θρησκείες θεωρήθηκε «η κορωνίδα της δημιουργίας».
 

Μόλις τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα, ο κίνδυνος να στερηθούν οι μελλοντικές γενιές τη δυνατότητα να ικανοποιήσουν τις ανάγκες επιβίωσης, εξαιτίας της εξάντλησης των φυσικών αποθεμάτων του γήινου οικοσυστήματος, οδήγησε στην αναζήτηση και τον σχεδιασμό προγραμμάτων ανάπτυξης, που θα εξασφαλίζουν βιώσιμη ανάπτυξη και για τις μελλοντικές γενιές. Ειδικοί επιστήμονες κρούουν τον κώδωνα του περιβαλλοντικού κινδύνου και επισημαίνουν την αναγκαιότητα λήψης μέτρων για την αφύπνιση του σύγχρονου καταναλωτικού ανθρώπου.
 

 Με δεδομένο ότι οι άνθρωποι και το περιβάλλον στο οποίο αναπτύσσονται και δραστηριοποιούνται δεν λειτουργούν χωριστά αλλά ως ένα ενιαίο σύνολο, για την επίτευξη της βιώσιμης ανάπτυξης είναι απαραίτητο οι τρεις πυλώνες να αναπτύσσονται εξίσου και να αλληλεπιδρούν με συγκεκριμένο τρόπο. Η βιώσιμη ανάπτυξη συνεπάγεται τη συμμόρφωση με αντίστοιχες προϋποθέσεις και περιορισμούς (περιβαλλοντικούς, οικονομικούς, κοινωνικούς). Γιατί μέχρι σήμερα πολλά έχουν ειπωθεί και γραφεί για το θέμα, αλλά πολύ λιγότερα έχουν γίνει για την έμπρακτη εφαρμογή τόσο σε διεθνές όσο και σε περιφερειακό και εθνικό επίπεδο για πολυσύνθετους πολιτικούς και οικονομικούς λόγους. Η βιώσιμη ανάπτυξη όμως, πέρα από μία επίκαιρη, μοντέρνα και πολυσυζητημένη έννοια, είναι κάτι περισσότερο. Αποτελεί αυτή τη στιγμή τη μόνη πολιτική, που μπορεί βγάλει την ανθρωπότητα από τα αδιέξοδα της οικολογικής και οικονομικής κρίσης που διέρχεται.
 

Σε εθνικό επίπεδο και τοπικό επίπεδο τα προβλήματα διαφοροποιούνται και εκεί κάθε κράτος φέρει τη δική του ευθύνη για τη λήψη μέτρων για τη βιωσιμότητα των πόρων του. Η αειφορία ως έννοια νέα έχει δημιουργήσει συζητήσεις κυρίως, επειδή θεωρήθηκε ότι αντιστρατεύεται στην οικονομική ανάπτυξη. Ωστόσο μια υγιής οικονομία έχει μεγαλύτερη ικανότητα να παράγει τους απαραίτητους για την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών πόρους, και οι νέες επενδύσεις και η νέα τεχνολογία συχνά συμβαδίζουν με την περιβαλλοντική βελτίωση. Η ρεαλιστική συμφιλίωση των αναπτυξιακών με τους περιβαλλοντικούς στόχους με την εφαρμογή νέων τεχνολογιών σε συνδυασμό με την παραδοσιακή διαχείριση με σεβασμό στο περιβάλλον θα οδηγήσει στην επίτευξη ενός καλύτερου κόσμου για την σημερινή και τις μελλοντικές γενιές.
 

Με βάση τις θεμελιώδεις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης η προστασία του περιβάλλοντος, ως φυσικού τοπίου, σε συνδυασμό με το ανθρωπογενές / δομημένο περιβάλλον αποτελούν τις κύριες αρχές γενικά της πολιτισμικής κληρονομιάς και ειδικότερα του παραδοσιακού πολιτισμού, δημιουργικό πεδίο του οποίου είναι ο τόπος και ό,τι καθορίζεται από αυτόν.
 

Η προσέγγιση του χώρου από την πλευρά της λαογραφικής-εθνογραφικής έρευνας, η οποία βασίζεται στη συλλογική μνήμη, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από τις παραδόσεις και τις λαϊκές διηγήσεις, αλλά και τις πληροφορίες για τις καθημερινές πρακτικές, μας βοηθά να κατανοήσουμε τις ανάγκες και τις προτεραιότητες που εξυπηρέτησαν οι επεμβάσεις συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων στον χώρο.
 

Τη δεκαετία του 1960, όταν οι επιπτώσεις της νέας τεχνολογίας δεν ήταν ακόμα τόσο αισθητές, προέκυψε η ιδέα της δικτύωσης στον χώρο, υποστηρίζοντας ότι η κοινότητα μπορεί να αναπτύσσεται στην α-χωρική αστική επικράτεια (non-place urban realm). Σήμερα, με την ύπαρξη περισσοτέρων εναλλακτικών τρόπων δικτύωσης, αυτές οι επιπτώσεις είναι περισσότερες και εντονότερες. Η απόσταση χώρων δεν μπορεί να κρατήσει μακριά τους ανθρώπους, συνεπώς ούτε τους πολιτισμούς και τις ιδέες. Η ανάδυση της έννοιας της «αβαρούς οικονομίας», που αφορά στη διακίνηση αγαθών χωρίς υλικό βάρος (πληροφορία, γνώση, τεχνολογία) οδηγεί σε νέους ορίζοντες και προβληματισμούς.
 

Η φυσικογεωγραφική αντίληψη του χώρου ως απόλυτης φυσικής οντότητας, που περιέχει την κοινωνία, επισκιάζεται από τον εικονικό χώρο, τον κυβερνοχώρο, που δημιουργείται μέσα από τις νέες τεχνολογίες. Δημιουργείται έτσι μια πολύπλοκη δομή φυσικού και εικονικού χώρου, που περιέχει κοινότητες δικτυωμένες μεταξύ τους, παραγωγικές και εκπαιδευτικές δραστηριότητες της αβαρούς οικονομίας, που εντοπίζονται σε περισσότερα από ένα μέρη.
 

Με δεδομένες τις σχέσεις και τις διαδικασίες μεταξύ τόπων φυσικών και εικο-νικών, το πραγματικά τοπικό στο οποίο ανήκουν οι παραδοσιακοί-εντόπιοι πολιτισμοί, αποκτά, αντίθετα με ό, τι θα πίστευε κανείς, μεγαλύτερη σημασία στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, καθώς ο χώρος αποκτά περισσότερες διαστάσεις με την ανάπτυξη δικτύων όχι μόνο μεταξύ ατόμων αλλά και μεταξύ κοινοτήτων και τόπων. Ο χώρος ως τόπος περιλαμβάνει την έννοια της ιδιαιτερότητας και μοναδικότητας και των πολιτισμικών διαφορών των επιμέρους τόπων, αλλά και της οικειότητας και ταυτότητας.
 

Εξ άλλου οι πιο συνήθεις λέξεις των χρηστών του διαδικτύου είναι για κάποιο τόπο, αφού σ’ αυτόν «πηγαίνουμε» ή «μπαίνουμε» σε ένα site, σε έναν «ιστότοπο», ή ένα δικτυακό τόπο. Από την άλλη ο ηλεκτρονικός αναλφαβητισμός, η αδυναμία πολλών ανθρώπων να χρησιμοποιήσουν τις νέες τεχνολογίες, δημιουργεί και άλλα σύνορα, ανισότητες και νέες μορφές εκμετάλλευσης. Πολλές εταιρείες του δυτικού κόσμου αναθέτουν τομείς της δραστηριότητάς τους σε εταιρείες στην άλλη άκρη του πλανήτη (π.χ. Ινδία) για λόγους κόστους.
 

Αυτή η επιθυμητή παγκοσμιοποίηση μέσω δικτυώσεων, φαινόμενο ιδιαίτερα της μεταπολεμικής περιόδου, είναι έννοια αμφίσημη με πολλαπλές ερμηνείες και ορισμούς. Θετική οπωσδήποτε για τις δυνατότητες και ευκαιρίες που δημιουργεί στον πολιτισμό, στην παραγωγή και στην εκπαίδευση και αρνητική για την όξυνση των συγκρούσεων, κοινωνικών ανισοτήτων με τον ηλεκτρονικό αναλφαβητισμό και την ομογενοποίηση των πολιτισμών. Ως «ουδέτερος» πάντως όρος περιλαμβάνει την επικοινωνία των κοινωνιών σε παγκόσμιο επίπεδο σε όλους τους τομείς και διευρύνεται διαρκώς με την ανάπτυξη της τεχνολογίας των τηλεπικοινωνιών και των μεταφορών.
 

Η δικτύωση επιφέρει ανακατατάξεις και στον χώρο της εκπαίδευσης, καθώς η ψηφιακή τεχνολογία δίνει τη δυνατότητα να αρθούν οι άκαμπτοι τοπικοί προσδιορισμοί. Εκτός από την πανεπιστημιακή εκπαίδευση, ο τεράστιος όγκος πληροφορίας που μέσω των νέων τεχνολογιών είναι διαθέσιμος, δίνει την δυνατότητα σε πολλούς ανθρώπους να γίνουν αυτοδίδακτοι γύρω από τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντά τους. Αλλά και για έναν τυπικό φοιτητή, οι ηλεκτρονικές βιβλιοθήκες του Διαδικτύου του δίνουν πρόσβαση σε υλικό που παλαιότερα θα έπρεπε να αναζητήσει σε (όχι πάντα διαθέσιμες) φυσικές βιβλιοθήκες. Διευρύνοντας την έννοια της εκπαίδευσης και στον πολιτισμό, η παγκοσμιοποίηση φέρνει κοντά πολιτισμούς που παλαιότερα ήταν μάλλον δύσκολο να έρθουν σε επαφή. Οι φόβοι για πολιτισμική ομογενοποίηση δεν είναι αβάσιμοι, αλλά από την άλλη πλευρά ο χρήστης των νέων τεχνολογιών μπορεί πλέον να αναζητήσει στο διαδίκτυο πολιτιστικά προϊόντα που παλαιότερα ίσως να μην μπορούσε να φανταστεί.

Μια μεγάλη συζήτηση για το κριτήριο με το οποίο η παρούσα ιστορική συγκυρία, που όπως φαίνεται αποτελεί μια από τις πιο κρίσιμες στην ιστορία της ανθρωπότητας, καθώς οι δημιουργοί της θεωρίας του δυτικού πολιτισμού του χρόνου προτείνουν την επάνοδο στους πολιτισμούς του χώρου, των κοινωνιών δηλαδή της «εντοπιότητας», των παραδοσιακών κοινωνιών και των αξιών που αυτές εκπροσωπούν ευρίσκεται στον αέρα. Ποιοι είναι οι βασικοί πόλοι της αντιπαράθεσης των δύο αντιλήψεων για τον χώρο και τον χρόνο, τί ακριβώς διακυβεύεται και πώς συναρτάται με την προβληματική της επιστροφής στον τόπο και στους τοπικούς πολιτισμούς μέσα από την υλική και άυλη πολιτισμική κληρονομιά, που προστατεύεται από διεθνείς συνθήκες (UNESCO);

Πέρα όμως από τον συναισθηματισμό στην παρούσα ιστορική συγκυρία, οι απόψεις για μια ομογενοποιημένη υπερτοπική παγκόσμια κοινωνία, που οδήγησαν τις τύχες των λαών της γης, στον αντίποδα των συντηρητικών, δήθεν, κοινωνιών της «εντοπιότητας» φαίνεται να κλονίζονται. Σε αξιακό επίπεδο, η σχέση με τον τόπο, τη γη που συνδέεται άρρηκτα με τη φύση, όπως την είχε αναπτύξει ο ελληνικός πολιτισμός, θεμέλιο των πολιτισμών του τόπου, οι οποίοι πολιτισμοί, ελαφρά τη καρδία, συνδέθηκαν με την συντήρηση και τον αναχρονισμό, έχει αρχίσει να επανέρχεται στο προσκήνιο. Η υπεράσπιση της πάτριας γης και το αντίστοιχο αμυντικό ήθος υπήρξε διαχρονικό γνώρισμα των πολιτισμών της εντοπιότητας.
 

Έτσι το μεσογειακό πολιτισμικό πρότυπο, από τις αρχαιότερες και μακροβιότερες εκδοχές των πολιτισμών του χώρου, όπως αυτό λειτούργησε στον λαϊκό πολιτισμό του αγροτικού ελληνικού χώρου, που γνώρισε τις τελευταίες δεκαετίες την απαξίωση εν ονόματι μιας διευρυμένης – παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας, απασχολεί σοβαρά την διεθνή σκέψη. Ευτυχώς που οι διαχρονικοί δεσμοί του Έλληνα με τον χώρο (εντοπιότητα) δεν άφησαν να εξαφανιστούν όλα.

Μπορούμε, λοιπόν, ακόμη να ερευνήσουμε, να μελετήσουμε και να πειραματιστούμε ξανά σ’ ένα εναλλακτικό πρότυπο, που προσφέρουν οι διαχρονικοί πολιτισμοί της παράδοσης, για να αντιμετωπίσουμε επιτυχώς τη μεγάλη σύγκρουση των πολιτισμών που βρίσκεται σε εξέλιξη. Το πρότυπο οργάνωσης (κοινωνικής και οικονομικής), που συνδέεται οργανικά με τον τόπο και χαρακτηρίζεται από το μικρό μέγεθος, στα μέτρα του ανθρώπου, μπορεί να εξασφαλίσει την ισορροπία του ανθρώπου με τη φύση και του ατόμου με την κοινωνία. Εδώ η αξιοποίηση της τεχνολογίας και των επικοινωνιακών δυνατοτήτων που προσφέρει αποτελεί πρώτης τάξεως εργαλείο και έτσι πρέπει να το δούμε. Η επικοινωνία με ένα τεράστιο ανθρώπινο παγκόσμιο κοινό είναι η ευλογία, που μας προσφέρει η τεχνολογία, που γέννησε ο νους του ανθρώπου.

 

Share on Facebook
Share on Twitter
Please reload

Featured Posts

I'm busy working on my blog posts. Watch this space!

Please reload

Recent Posts
Please reload

Archive
Please reload

Search By Tags
Follow Us
  • Facebook Basic Square
  • Twitter Basic Square
  • Google+ Basic Square

Διοργάνωση:

Πλέγμα

@2018 Aegeanmethexis. Andros, Cyclades, Greece.

Proudly created by Designature

  • Facebook - Grey Circle
  • YouTube - Grey Circle
  • Instagram - Grey Circle
  • White YouTube Icon